Καλοκαίρια
Να σου πω εγώ τι είναι καλοκαίρι.
Είναι να ξυπνάς από τις έξι το πρωί, γιατί η μαμά θέλει να πιεις γάλα πριν φύγετε άλλα όχι και ακριβώς πριν φύγετε γιατί το ξερνάς στις στροφές, χαμένο.
Να φοράς, ρούχα ταξιδίου και για κάποιο λόγο να είναι πάντα, κάθε χρόνο τα πιο απαράδεκτα σύνολα.
Να βγάζεις και φωτογραφίες στο δρόμο , μη τυχόν και ξεχαστεί αυτό το στυλ σου το αξεπέραστο.
Συνήθως βγαίνεις με κλειστά μάτια, αφού έχει ήλιο.
Μπροστά στο Ρίο Αντίριο και μπροστά σε πέτρα/αρχαίο να 'ναι και ότι να 'ναι.
Καλοκαίρι είναι να φτάνεις στον προορισμό και να τρέχεις στη θάλασσα που χεις να τη δεις ένα χρόνο.
Να μυρίζει το μαγιώ λαστιχένιο.
Να τρίζουν τα μπρατσάκια που τα φουσκώνει ο μπαμπάς.
Η μαμά σου βάζει αντηλιακό, δε μπορεί.
Να σιχαιιιιιιινεσαι που έχει άμμο στα χέρια και σε γαργαλάει.
Είναι να ψάχνεις σκουλήκια στην άμμο με το αδέρφι, όχι πως θα ψαρέψετε, αλλά ο μπαμπάς χαίρεται όταν βρίσκεις.
Στην πείνα, να τρως σαντουιτσάκι μαργαρίτα μόνο κασέρι και χυμό φλώρινα, και καρπούζι που δε σου αρέσει γιατί έχει κουκούτσια.
Να βλέπεις τον μπαμπά να σκαλίζει καραβάκια σε ξύλα.
Είναι να γυρνάς πτώμα στο ενοικιαζόμενο δωμάτιο και καθαρή μετά από μπάνιο να πέφτεις σε τριζάτα άσπρα σεντόνια και να διαβάζεις μίκυ μάους και παραμύθια του δάσους.
Είναι να μετράς πόσα παγωτά έφαγες και πόσα μπάνια έκανες.
Να τα χεις όλα, να χεις και τις ''χαρούμενες διακοπές'' να λύσεις.
Να ακούς κασέτες στο αμάξι της επιστροφής και να στεναχωριέσαι με το ''σε μια ώρα θα χουν όλα τελειώσει''. Βίσση.
Είναι να ξυπνάς ό,τι ώρα θέλεις το πρωί αλλά με αρκετό χρόνο μπροστά σου ώστε να πιεις καφέ να ανοίξει το μάτι.
Να φοράς χαϊμαλιά και γυαλί ηλίου και να βγαζεις σέλφι σε κάθε beach bar.
Να ψάχνεις ξαπλώστρα χωρίς πολλά παιδάκια γύρω γύρω.
Να παιδεύεσαι να βάλεις αντηλιακό στην πλάτη, εκτός αν έχεις παρέα (οκ).
Να σε πιάνει αυτή η ακατανόητη ανάγκη για μπύρα κι ας είναι 11 το πρωί (όχι ε;μόνο εγώ;). Να παίρνεις βιβλίο για την παραλία ξέροντας ότι πάλι δύο σελίδες θα διαβάσεις και μετά θα μπεις γιατί έσκασες.
Να κανονίζεις τσίπουρα σε ταβέρνες που βρέχεται η φτέρνα σου. Το αδύνατο σημείο σου. Όχι η φτέρνα, οι ταβέρνες.
Να μη μετράς τα παγωτά που έφαγες αλλά τα κιλά που έβαλες.
Να πέφτεις σε σεντόνια, όπως να 'ναι, όπου να 'ναι και με όποιον να 'ναι.
Να ξενυχτάς σε μια αιώρα και να ακούς κασετόφωνο.
Όχι το παλιό, το άλλο.
Και σας ρωτάω, τόσα άλλαξαν.
Τα κουνούπια γιατί υπάρχουν ακόμα;

0 comments: