Κάθε άνοιξη
Σε μια πλατεία
Που ανέβλυζε μυρωδιές
Από νυχτολούλουδο,
Έκατσες στο πλατύ σκαλοπάτι
Κοίταξες γύρω σου
Τις φιγούρες, πως γίνονταν κραυγές
Και σε έναν τοίχο πως οι σκιές μοιάζαν με τις αγάπες σου.
Θυμάσαι τότε,
Στα θέατρα, που στα χειροκροτήματα
Άκουγες το όνομά της.
Και στις αυλές που βρέχονταν
Της φίλαγες τους ώμους.
Τη ζωγράφισες σε δυο παράθυρα
Και κλειδώθηκες μέσα.
Στην ποδιά της σκούπιζες
Τις άχνες από τα όνειρα που κάνατε παρέα.
Κι ύστερα, σώπασαν τα θέατρα
Και οι αυλές χορτάριασαν.
Άνοιξαν τα παράθυρα
Και λιώσαν οι μπογιές
Από τα πρωτοβρόχια.
Έβγαλε κι εκείνη την ποδιά,
Την δίπλωσε στα δύο
Και έφυγε..
Για μια πλατεία που ανέβλυζε
Μυρωδιές από νυχτολούλουδο.


0 comments: