24.
Υπάρχουν δύο ειδών τέλειες μέρες.
Αυτές που όντως εξελίσσονται σε τέλειες και αυτές που μόνο ξεκινάν τέλειες.
Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε ως δεδομένο τη λιακάδα. Και μετά, τον καλό καφέ.
Δεδομένης της λιακάδας λοιπόν και προς αναζήτηση καλού καφέ, κατέβηκα μια βόλτα στην πλατεία.
Χωρίς να έχω πολλές επιλογές, κάθισα σε ένα τραπεζάκι που μόλις είχε αδειάσει, νιώθοντας ήδη εκείνη τη ζαλούρα που σου υπενθυμίζει πόσο πολύ χρειάζεσαι την καφεΐνη σου. Τα γκαρσόνια ήταν όντως πολύ busy οπότε δεν μπήκα στον κόπο να τους φωνάξω για το τραπέζι.
Κάθισα εκεί και το κοίταζα , προσπαθώντας να κάνω το δικό μου story behind των ποτηριών που βρίσκονταν χαοτικά απλωμένα μπροστά μου.
Εκείνη έπινε τσάι με άρωμα κανέλα πορτοκάλι, εκείνος είχε πάρει έναν ελληνικό βαρύγλυκο.
Τον είχε πιεί σχεδόν μονοκοπανιά όχι γιατί του άρεσε αλλά γιατί ήθελε με κάτι να απασχολείται όσο αυτή του παραπονιόταν για τα πάντα.
Δεν είχε σταματήσει να μιλάει η ρουφιάνα από την ώρα που ήρθανε.
Πως θα βάψουν το παιδικό, τι ρούχα να φορέσει στον αρραβώνα, ποιους να καλέσουν στο γάμο, αμαν ρε Τάκη πες και εσύ καμιά ιδέα. Αυτός είχε μια ιδέα αλλά δεν την έλεγε, αν την έλεγε αυτή θα σκορπούσε όλα τα ποτήρια στο πάτωμα, θα σηκωνόταν όρθια θα φώναζε ''Είσαι ένας γελοίος, ένας καραγκιόζης , ένας άθλιος'' , θα του πετούσε την κανατούλα με νερό στο κεφάλι και θα έφευγε κλαμμένη.
Πράγμα που δεν έγινε, άρα ο Τάκης σίγουρα δεν είπε τι σκεφτόταν.
Ο Τάκης συμφώνησε με τα πάντα και άρχισε να πίνει το νεράκι του. Εκείνη συνέχιζε, χωρίς σταματημό. Το τσαγάκι της είχε κρυώσει, αλλά δεν την ένοιαζε. Τώρα είχαν πιο σημαντικά πράγματα να συζητήσουν. Τα χείλια της φουσκωμένα από το ροζ κραγιονάκι της πετούσαν βαρύγλυκες λέξεις όπως μπομπονιέρες, νυφικό και τούλι. Ο Τάκης ακάθεκτος, συμφωνούσε. Αυτή μετά ένιωσε άγχος, δεν είχαν χρόνο, έπρεπε να φύγουν. Ο Τάκης πλήρωσε και την πήρε από το χέρι.
Είχα νευριάσει λίγο με την τύπισσα και την δουλοπρέπεια του Τάκη, κοίταξα το ρολόι μου και είχε περάσει ήδη μισή ώρα από την ώρα που κάθισα στο τραπέζι. Φώναξα το γκαρσόν, εμφανώς ενοχλημένος και με το αίμα μου να εξατμίζεται προς αναζήτηση καφείνης.
Ο καφές μου ήρθε 20 λεπτά αργότερα, νερωμένος και χλιαρός, σαν τον Τάκη.
Τον ήπια στην υγειά τους και αναθεμάτισα την μέρα δεύτερης κατηγορίας, που απλά ξεκίνησε τέλεια.


0 comments: