18.
Στο Παρίσι ερωτεύτηκα μία σερβιτόρα.
Δούλευε σε ένα γωνιακό καφέ, με την επιγραφή "Le Banquet''.
Πήγαινα σχεδόν κάθε απόγευμα, μετά τη δουλειά. Δούλευα σε ένα ταχυδρομείο, μεταφραστής. Εκείνη αποκλείεται να είχε προσέξει την ύπαρξή μου. Αλλά δε με ενοχλούσε. Την είχα ονομάσει Celine.
Ήμουν σίγουρος ότι το όνομά της είχε μέσα λ.
Ήμουν σίγουρος ότι το όνομά της είχε μέσα λ.
Και ήταν ό,τι ακριβώς ονειρευόμουν από το Παρίσι.
Είχε μια λάμψη, που ανάβλυζε από κάθε σημείο του σώματός της. Ξεκινούσε από ψηλά, από τον τελευταίο όροφο του Άιφελ, κατέβαινε κατά μήκος των μαλλιών της, που έπεφταν απαλά στο στήθος της. Εκεί έχτιζα μια ολοδική μου Μονμάρτη. Πλανόδιοι ζωγράφοι φαντάζονταν τις ρώγες της και καρουζέλ χόρευαν γύρω τους. Κι η λάμψη ύστερα κυλούσε μαζί με τον ιδρώτα στην κοιλιά της, που διέκρινα από εκείνα τα λίγα εκατοστά ανάμεσα στα δύο κουμπιά του άσπρου πουκαμίσου της. Στον αφαλό της συναντιόταν με τον Σηκουάνα και με έπαιρνε μαζί της στα βαθιά μυστικά της.
Είχε το χαμόγελο της Τζοκόντα και τα χείλη της γεύση από αφρόγαλα. Μύριζε σαν το ακυκλοφόρητο άρωμα της Coco Chanel και στα δάχτυλά της απλώνονταν οι Βερσαλλίες. Τα μάτια της είχαν το χρώμα της μέντας και όταν με κοιτούσε μεταμορφώνονταν σε Εσμεράλδα. Και εγώ σε Κουασιμόδος.
Δεν γνωριστήκαμε ποτέ.
Με την Celine. Αλλά κάθε φορά που πηγαίνω στο Παρίσι, της κάνω έρωτα σε κάθε γειτονιά του. Κι αυτή το ίδιο.


0 comments: